Ομολογία Λευτέρη Νικολακόπουλου PDF Εκτύπωση E-mail

«Το αίμα του Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α’ Ιωάννου α’ 7) 

 Παρόλο που γεννήθηκα σε χριστιανική οικογένεια, κατάλαβα ότι στον ουρανό δεν μπορεί να με πάρει ούτε ο πατέρας μου, ούτε η μητέρα μου. Μου έδωσαν όμως τα απαραίτητα εφόδια που μου χρησίμευσαν στη ζωή μου, επειδή πέρασα κι εγώ μια κάποια ταλαιπωρία.

Aπό πολύ μικρό παιδί, οι γονείς μου, μου είχαν βάλει μέσα στην καρδιά μου το φόβο και το σεβασμό για το Θεό. Πίστευα στον Λόγο Του τον Άγιο, πίστευα ότι υπάρχει ουρανός και κόλαση, ότι υπάρχει αιώνια ζωή και από μικρό παιδί ζητούσα ο Κύριος να με αναγεννήσει. Ο Κύριος πράγματι εργαζόταν στην καρδιά μου από μικρό παιδί. Ιδιαιτέρως μου είχε αυξήσει την πίστη. Θα αναφέρω ένα γεγονός μέσα από το οποίο ο Θεός μου αύξησε τη πίστη. Ενώ ο πατέρας μου έφευγε για το έργο του Θεού στη Βόρεια Ελλάδα, στεναχωριόμουν τόσο πολύ που μέναμε η υπόλοιπη οικογένεια μόνοι με τη μητέρα μας, και μελαγχολούσα. Μια από αυτές τις φορές και ενώ ο πατέρας μου είχε ξεκινήσει και ταξίδευε έπιασε μια πολύ δυνατή βροχή. Εγώ τότε έβαλα τα κλάματα γιατί φοβόμουν μήπως ο πατέρας μου πάθει κάποιο κακό, λόγω της κακοκαιρίας. Έτρεξα στη μητέρα μου, της το είπα κι εκείνη μη μπορώντας να μου κάνει κάτι για να με καθησυχάσει μου είπε να προσευχηθώ στον Θεό για να σταματήσει η βροχή. Πραγματικά όταν γονάτισα και είπα «Κύριε, σταμάτα τη βροχή!», η βροχή κόπηκε μαχαίρι. Κατάλαβα ότι ο Θεός κοιτούσε τα παιδιά του και άκουγε προσευχές.

 Σε ηλικία 14 ετών, ο Κύριος με βάπτισε με το Πνεύμα Του το Άγιο. Εκείνο το διάστημα είχε πέσει μεγάλη αναζωπύρωση στην εκκλησία και είχαν βαπτιστεί πολλά αδέρφια. Το γεγονός ότι έλαβα Πνεύμα Άγιο θα με βοηθούσε να διέλθω την εφηβεία μου. Όμως δυστυχώς δε στάθηκα όπως θα ήθελε ο Θεός. Από τη μια οι παρέες και οι φιλίες, από την άλλη το γεγονός ότι πήγαινα σε απογευματινό σχολείο, αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να πάψω σιγά-σιγά να προσεύχομαι, να μελετάω το Λόγο του Θεού και να πηγαίνω στην εκκλησία. Έτσι βρέθηκα στη δυσάρεστη θέση να απομακρυνθώ από την αγκαλιά του Πατέρα Θεού. Στην αρχή δεν το συνειδητοποιούσα. Αργότερα όμως όταν το κατάλαβα και ενώ επιχειρούσα να ζητήσω συγχώρεση, μια σκέψη ερχόταν στο μυαλό μου και μου έλεγε: «Μ’ εσένα θ’ ασχολείται ο Θεός; Μ’ εσένα που Τον αρνήθηκες και Τον πρόδωσες;» Κι αυτό με έκανε να θλίβομαι και να στεναχωριέμαι νομίζοντας ότι ο Θεός δεν με συγχωρεί, ότι δεν ενδιαφέρεται για εμένα πια. Η ζωή μου ήταν μαύρη. Αν και δεν είχα πέσει στα ναρκωτικά, στην πορνεία, στα πάθη και τις επιθυμίες της αμαρτίας, αισθανόμουν ότι ήμουν ίδιος μ’ αυτούς που έκαναν τις χειρότερες αμαρτίες. Έκανα τον απολογισμό της ημέρας κι έλεγα: «Πού πάω; Τι θ’ απογίνω;». Από την άλλη, η σκέψη ότι ο Κύριος δεν με δέχεται μ’ έκανε να μελαγχολώ και να κλαίω.

 Στα 18 μου πήγα φαντάρος. Μου άρεσε να φυλάω σκοπιά αργά το βράδυ. Μέσα στην ησυχία, τον καθαρό αέρα, την όμορφη φύση, το μυαλό μου πήγαινε στον Πλάστη μου και Δημιουργό του Σύμπαντος, στον Ουράνιο Πατέρα. Όμως η σκέψη ότι δεν είναι πια Πατέρας μου, με βασάνιζε και με έκανε να κλαίω.

 Τελειώνοντας τη στρατιωτική μου θητεία, έπρεπε να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια. Ήθελα μια σύζυγο μέσα από την εκκλησία. Πραγματικά μου άρεσε μια κοπέλα και αρραβωνιαστήκαμε. Όμως τον καιρό του αρραβώνα, έγινε ένα δυσάρεστο γεγονός κι έτσι αναγκάστηκα να πλησιάσω και να ζητήσω βοήθεια από τον Θεό, καθώς είχα μια μικρή ελπίδα ότι ίσως τα πράγματα να μην είναι όπως νομίζω, αλλά μπορεί ο Θεός να με ακούει. Κανείς άνθρωπος δεν μπορούσε να με βοηθήσει. Πράγματι, όρισα μια ημέρα νηστεία και προσευχή. Προσευχόμουν μέσα στην τουαλέτα του σπιτιού μου, γιατί δεν ήθελα να με δούνε οι γονείς μου κι έλεγα στον Κύριο: «Κύριε, αν με ακούς, αν με δέχεσαι, αν μ’ αγαπάς ακόμα, ανέλαβε αυτό το πρόβλημα μου και εγώ θα σε ακολουθήσω. Την Κυριακή που πήγα στην εκκλησία ο Θεός μου μίλησε με προφητεία και μου είπε «Νεανίσκε, συ που προσεύχεσαι κρυφίως, γνωρίζω το καυτό το πρόβλημα σου κι εγώ θα στο λύσω. Εγώ σ’ αγαπάω και θέλω να με ακολουθήσεις.» Από τα πρώτα κιόλας λόγια είχε έρθει μια πολύ μεγάλη χαρά μέσα μου γιατί κατάλαβα ότι ο Κύριος δεν με άφησε όλον αυτόν τον καιρό και ότι ήταν πάντα μαζί μου. Αισθάνθηκα την μεγάλη Του αγάπη και το έλεος Του. Ένιωσα τη μεγαλύτερη χαρά, που έχω ποτέ νιώσει. Από τότε προσπαθώ να είμαι ευάρεστος στον Θεό, και να μην απομακρυνθώ ξανά από κοντά Του. Και δεν ακούω τον ψιθυριστή όταν μου λέει ότι ο Θεός δεν με αγαπάει επειδή έκανα κάποιο λάθος, αλλά κοιτάω για άμεση αποκατάσταση, καθώς το αίμα του Χριστού του Υιού του Θεού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας. Εκείνος μου έλυσε όλα τα προβλήματα και μου χάρισε ευλογίες πνευματικές και υλικές. Μου χάρισε μια ευλογημένη γυναίκα και δύο χαριτωμένα αγοράκια, το ένα είναι τώρα 11 ετών και το άλλο 7 ετών. Είμαστε ευτυχισμένοι. Δεν πρόκειται να φύγουμε από κοντά Του.

 Σε μια προσευχή και ενώ στο μυαλό μου είχα διάφορες σκέψεις μου μίλησε με προφητεία και πάλι ο Κύριος: «Νεανίσκε, συ που εξεύρεις τα ιερά γράμματα εκ κοιλίας μητρός σου, πολλάκις ο Σατανάς ηθέλησε να σε απολέσει, αλλά εγώ είχα μπει ανάμεσα σε σένα και σε αυτόν.» Τότε ήρθε στο μυαλό μου όλη η ζωή μου, από τι με είχε φυλάξει ο Κύριος, ενώ θα ήμουν τώρα νεκρός και στην απώλεια.

 Και γιατί ασχολήθηκε τόσο πολύ μαζί μου; Κατάλαβα ότι ο Θεός ασχολείται με τον κάθε άνθρωπο και κάνει ένα έργο προσωπικό με τον καθένα. Ο Θεός αγαπάει όλους τους ανθρώπους και κάνει ένα μεγάλο αγώνα γι’ αυτούς. Όμως η μεγαλύτερη θυσία που έκανε ήταν αυτή, ότι έστειλε τον Υιό Του το μονογενή, δια να μην απολεσθεί πας ο πίστεων εις Αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνιο. Αμήν.

Νικολακόπουλος Λευτέρης